ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΗ Γ. ΓΡΑΨΑ, Ιστορικός

Ο χαμός του προκαλεί πανελλήνια ανυπόκριτη συγκίνηση, εξαιτίας της πολυκύμαντης ζωής του, αλλά και των συνθηκών που την έχασε. Είναι από εκείνες τις απώλειες που υπερβαίνουν τα όρια μιας καλλιτεχνικής διαδρομής και αγγίζουν μια ολόκληρη κοινωνία, επειδή ο άνθρωπος που έφυγε είχε προλάβει να γίνει κομμάτι της συλλογικής μας μνήμης.
Το ρεπερτόριό του δεν άφηνε κανέναν αδιάφορο, σε όποια όχθη κι αν αυτός βρισκόταν στη ζωή ή στην Τέχνη. Άλλοτε μέσα από έναν στίχο και άλλοτε μέσα από μια μελωδία, θύμιζε στον καθένα τα προσωπικά του αδιέξοδα, τις ήττες, τις μικρές ελπίδες ή τη νοσταλγία για όσα είχαν περάσει. Η φωνή του μπορούσε να συναντήσει διαφορετικούς ανθρώπους, χωρίς να χρειάζεται να συμφωνούν μεταξύ τους.
Η καλοσύνη του και η ανεξικακία του, όπως και το «αλμυρό» του χιούμορ, κυρίως από τη μικρή οθόνη, θύμιζαν σε όλους εκείνον τον μονάκριβο φίλο που στις δύσκολες στιγμές θα ήταν εκεί για τον καθένα μας, με ανιδιοτέλεια και ιώβειο υπομονή. Είχε έναν τρόπο να αποφορτίζει το βαρύ, να αυτοσαρκάζεται και να μετατρέπει την αμηχανία σε χαμόγελο.
Η εκκεντρικότητά του δύσκολα «ερέθιζε» ακόμη και τους συντηρητικούς, εφόσον προερχόταν από μια πηγαία ανάγκη αναζήτησης του ίδιου του εαυτού του. Δεν έμοιαζε με επιτηδευμένη πρόκληση, αλλά με προσωπικό δρόμο αυτογνωσίας, μια επίμονη προσπάθεια να παραμείνει αυθεντικός μέσα σε έναν χώρο που συχνά επιβάλλει ρόλους και εικόνες.
Οι περιπέτειες με την οικογένειά του εξίσου προκαλούσαν αλυσιδωτές ταυτίσεις με πολλούς από εμάς, εφόσον αυτές διαθέτουν αρχαία ρίζα, από την εποχή του Σοφοκλή. Οι οικογενειακές συγκρούσεις, οι δεσμοί, οι πληγές, οι σιωπές και η ανάγκη για αποδοχή δεν είναι καινούργιες ιστορίες· επαναλαμβάνονται, με διαφορετικά πρόσωπα, μέσα στους αιώνες. Γι’ αυτό και η δική του περιπέτεια μπορούσε να γίνει καθρέφτης για τόσους ανθρώπους.
Δεν υπήρξε ποτέ μόνο ένας τραγουδιστής ή ένας τηλεοπτικός χαρακτήρας. Υπήρξε μια παρουσία που συνομιλούσε με τις αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας: με τη διασκέδαση και τη μοναξιά, την υπερβολή και την ευαισθησία, την ανάγκη να ξεχωρίζουμε και, ταυτόχρονα, να ανήκουμε κάπου. Αυτό ίσως εξηγεί γιατί άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών, αισθητικών και κοινωνικών αφετηριών αισθάνονται σήμερα ότι χάνουν κάτι δικό τους. Η αποδοχή του δεν ήταν ομοφωνία πάνω στην Τέχνη του, αλλά αναγνώριση μιας σπάνιας ανθρώπινης αλήθειας. Και αυτή η αλήθεια είναι ίσως η μεγαλύτερη παρακαταθήκη που άφησε.
Η Ελλάδα θρηνεί ένα γνήσιο και αυτοδημιούργητο είδωλο, ένα κρυστάλλινο «παιδί της νύχτας» και της «παλιάς γειτονιάς», που «έπεσε» τη στιγμή που είχε αποφασίσει να ξανασηκωθεί. Αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβε.

